WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
playing field n (sports ground)γήπεδο ουσ ουδ
 The children used the playing field for football, rugby and hockey.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
level playing field n figurative (equality, fair situation)ίσοι όροι φρ ως ουσ αρσ πλ
  (οικονομικά)ίσοι όροι ανταγωνισμού φρ ως ουσ αρσ πλ
  ισότιμοι όροι ανταγωνισμού φρ ως ουσ αρσ πλ
 We can only compete if we're all on a level playing field.
level the playing field v expr figurative (make opportunities equal for all)εξισορροπώ τις ανισότητες εκφρ
  εξισώνω τους όρους έκφρ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'playing field' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση playing field στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «playing field».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!